γυναικεῖος

γῠναικ-εῖος, α, ον A. Ch.630 (lyr.), also ος, ον ib.878, E.IA233 (lyr.): [dialect] Ion. [suff] γῠναικ-ήιος, η, ον: ([etym.] γυνή):—
A of or belonging to women, feminine, γυναικεῖαι βουλαί a woman's designs, Od.11.437;

λουτρόν Hes.Op.753

;

ἔργα Hdt.4.114

;

κόσμος Pl.R.373c

; σκεῦος (i.e. woman) 1 Ep.Pet.3.7; γ.αἰδοῖον, τόποι, χῶροι, Gal.UP15.3, Aret.SA2.11, CA2.10; [full] κόλπος ( = αἰδοῖον) Sor.1.16;

ῥοῦς

leucorrhoea,

Id.2.43

;

γονόρροια Aret.SD2.11

;

ἰατρός Sor.2.3

;

γ. ἀγορά Thphr.Char.2.9

; ἡγ. θεός, = Lat. bona dea, Plu.Caes.9, Cic. 19; γ. πόλεμος war with women, AP7.352 (Mel.(?)).
2 in bad sense, womanish, effeminate,

πένθος Archil.9.10

;

δράματα Ar.Th. 151

;

μαθήματα Pl.Alc.1.127a

;

γ. καὶ σμικρὰ διάνοια Id.R.469d

. Adv.

-είως, πικραίνεσθαι Id.Lg.731d

;

ἐμπικραίνεσθαι Eus.Mynd.54

;

διακεῖσθαι D.C.38.18

.
II as Subst.,
1 ἡ γυναικεία, [dialect] Ion. -ηΐη, = γυναικών, part of the house reserved for the women, Hdt.5.20, LXX To.2.11.
b ἡ γ. (sc. ἀγορά), Thphr.Char.22.10.
2

τὰ γυναικεῖα

partes muliebres,

Hp.Epid.1.26

.ε',Aret.SA2.11.
b = τὰ καταμήνια, Hp.Aph.5.28, Arist.PA648a31, al., LXX Ge.18.11.
c lochia, Gal.17(2).817.
d female disorders, title of works by Hp. and Sor., cf. Thphr.HP4.8.6, Aret.CA1.3.
e (sc. φάρμακα) remedies for female complaints, Hp.Mul.1.64.
f women's garments, PSI 4.341.7 (iii B. C.).
3 γυναικεῖον, τό, = στίβι, Dsc.5.84.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γυναικείος — γυναικείος, α, ο και γυναίκειος, εια, ειο αυτός που ανήκει ή έχει σχέση ή ταιριάζει σε γυναίκα: Άνοιξα ένα μαγαζί με γυναικεία είδη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γυναικεῖος — of masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυναικείος — και γυναικείος, α, ο (AM γυναικείος, α, ον Α και γυναικήιος, η, ον Μ και γυναικείος, α, ον) Ι. 1. αυτός που ανήκει σε γυναίκα ή προορίζεται γι αυτήν 2. αυτός που ταιριάζει σε γυναίκα αρχ. θηλυπρεπής II. (το θηλ. εν. ως ουσ.) ἡ γυναικηΐη αρχ. ο… …   Dictionary of Greek

  • γυναίκειος — α, ο βλ. γυναικείος …   Dictionary of Greek

  • γυναικεῖον — γυναικεῖος of masc acc sg γυναικεῖος of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυναικίσιος, -ια, -ιο — γυναικείος: Γυναικίσια συμπεριφορά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γυναικεῖα — γυναικεῖος of neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυναικεῖαι — γυναικεῖος of fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυναικεῖοι — γυναικεῖος of masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυναικεῖ' — γυναικεῖα , γυναικεῖος of neut nom/voc/acc pl γυναικεῖε , γυναικεῖος of masc voc sg γυναικεῖαι , γυναικεῖος of fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αθλητισμός — Η επίδοση στα αθλήματα, η εκγύμναση του σώματος. Με μια ειδικότερη έννοια, ο όρος αναφέρεται σε ένα σύνολο αθλημάτων, που ξεκινούν από τις φυσικές σωματικές ασκήσεις του ανθρώπου (βάδισμα, τρέξιμο, άλματα, ρίψεις). Αρχικά, ήταν η συστηματική… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.